Δε θα έρθει κανείς
"Και τότε εκείνη του έπιασε το χέρι, είμαι εδώ αγάπη μου!"
Σκατά, η μύτη μου βουλώνει κάθε βράδυ, δε μπορώ να πάρω ανάσα, το σώμα μου δε με υπακούει, δεν είμαι καλά!
Δεν είμαι εγώ!
Δεν είμαι καλά!
Μαλάκες, όλοι τους μαλάκες, άθλιοι, φτιάξανε τον κόσμο τους με όνειρα άλλων, ζωή κατά παραγγελία, μαλάκες κι εμείς, ακούνητοι και φοβισμένοι απέναντί τους.
Δυσκολεύομαι να αναπνεύσω, μήπως προσπαθεί το σώμα μου να νεκρωθεί; Τέτοια ζωή κι αυτό τι να την κάνει;
Δεν έχω πάει ακόμη στη Βραζιλία...
"Κάθομαι στην ξύλινη σεζλόνγκ του ξενοδοχείου, το μπουρνούζι μου είναι ακόμη υγρό και αυτό το αεράκι μόλις που το υποφέρω. Έντονα φαίνονται τα μερεμέτια στα κάγκελα του μπαλκονιού καθώς φωτίζονται από τους προβολείς των αυτοκινήτων που περνούν. Οι πεταλούδες αστράφτουν με το πέταγμά τους και το φεγγάρι ολοκληρώνει το κάδρο των ματιών μου. Άρωμα μαλαγουζιάς αναδύεται απ' το ποτήρι μου και γιασεμί από το διπλανό μπαλκόνι. Είναι η ώρα να φανεί, η ώρα να ολοκληρωθούμε!"
Δεν υπάρχει μέσα κανείς, δε θα έρθει κανείς να μου πιάσει το χέρι και να πει αγάπη!